ευθήμων

εὐθήμων, -ον (Α)
1. καλά διατεταγμένος, καλά τακτοποιημένος, («ἡ δὲ καλουμένη σίττη... εὐθήμων καὶ εὐβίοτος», Αριστοτ.)
2. αρμονικός, γεμάτος ρυθμό («εὐθήμονι μέλπων ἀοιδῇ», Απολλ. Ρόδ.)
3. αυτός που τακτοποιεί, αυτός που βάζει σε τάξη τα πράγματα («δμῳαί... δωμάτων εὐθήμονες», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + α-θή-μων (< ρ. -θη-, τού τίθημι) + επίθ. -μων (πρβλ. υπο-θήμων)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐθήμων — tidy in habits masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθήμονα — εὐθήμων tidy in habits neut nom/voc/acc pl εὐθήμων tidy in habits masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθήμονες — εὐθήμων tidy in habits masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθήμονι — εὐθήμων tidy in habits dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • MELANAEETUS — Graece Μελαναίετος, I. e. nigra aquila, utut aquilarum minima, robustissima tamen est, hinc Valeria dicta Romanis. Eius meminit iam Homerus Il. φ. v. 252 ubi de Achille. Α᾿ιετοῦ ὀίματ᾿ ἔχων μέλανος, του θηρητῆρος, Ο῞ς θ᾿ ἅμα κάρτιςτός τε καὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ευθημονούμαι — εὐθημονοῡμαι, έομαι (ΑΜ, Μ και εὐθημονῶ, έω) [ευθήμων] 1. τακτοποιώ, ευθετώ («εὐθημονεῑσθαι τὰ κατὰ τὰς αὑτῶν οἰκήσεις», Πλάτ.) 2. βρίσκομαι στην κατάλληλη θέση …   Dictionary of Greek

  • ευθημοσύνη — εὐθημοσύνη, ή (ΑΜ) [ευθήμων] η έξη, η κλίση για τάξη, για νοικοκυροσύνη («εὐθημοσύνη γὰρ ἀρίστη θνητοῑς ἀνθρώποις, κακοθημοσύνη δὲ κακίστη», Ησίοδ.) αρχ. (για τη φύση) η καλή διάταξη, η αρμονία …   Dictionary of Greek

  • εύθικτος — η, ο (ΑΜ εὔθικτος, ον) νεοελλ. αυτός που θίγεται, που προσβάλλεται εύκολα από τους λόγους και τη συμπεριφορά τών άλλων μσν. εύκολα αντιληπτός αρχ. 1. ο εύστοχος, ο επιτυχής («εὐθηβόλῳ καὶ εὐθίκτῳ χρησάμενοι προσβολῇ», Φίλ.) 2. ο ευφυής, ο έξυπνος …   Dictionary of Greek

  • dhē-2 —     dhē 2     English meaning: to put, place     Deutsche Übersetzung: ‘setzen, stellen, legen”     Material: O.Ind. dádhüti, Av. daδüiti “ he places “, O.Pers. Impf. sg. adadü “ he has installed “, O.Ind. Aor.á dhü m “I placed”, Med. 3. sg.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.